Philosophy Geek
Της
Στέλλας Χριστομόγλου

 

«Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς, πώς θα γενούν τα σκοτάδια λάμψη;»

55 χρόνια από το θάνατο του Ναζίμ Χικμέτ

Στις 3 Ιουνίου του 1963 έφυγε από τη ζωή ο αγαπημένος ποιητής Ναζίμ Χικμέτ. Ο Nâzim Hikmet Ran, γεννημένος στις 15 Ιανουαρίου του 1902 στην τουρκοκρατούμενη τότε Θεσσαλονίκη από Τούρκους γονείς με γερμανοπολωνικές ρίζες, ταξίδεψε, επηρεάστηκε, δημιούργησε, φυλακίστηκε. Μεγάλωσε υπό τον τουρκικό κλοιό, παρ’ όλα αυτά το μυαλό και η καρδιά του βρίσκονταν σε άλλα μονοπάτια. Εμπνευσμένος από την καθημερινότητα της ταξικής πάλης, από τον Μαγιακόφσκι, περνώντας χρόνια πίσω απ’ της φυλακής τα σίδερα ή κυνηγημένος, κατέγραψε τις σκέψεις του για τον “άνθρωπο που τον ‘μποδίζουν να βαδίζει”, για την πιο όμορφη θάλασσα και για τη Χιροσίμα που χτυπούσε πόρτα πόρτα μια υπογραφή ζητώντας ώστε να μην πεθάνουν κι άλλα κοριτσάκια σαν κι εκείνη.

Το όραμά του, τα πιστεύω και η θέλησή του να ζήσει και να βοηθήσει ήταν αυτά που τον κράτησαν εν ζωή μετά το πρόβλημα υγείας που του εμφανίστηκε το 1920, το οποίο τον ανάγκασε να απαλλαχθεί από τα καθήκοντά του ως ναυτικός. Εργάστηκε για μικρό χρονικό διάστημα στην Τουρκία ως δάσκαλος, οι κομμουνιστικές του όμως ιδέες τον έφεραν σύντομα σε σύγκρουση με τους συντηρητικούς προϊσταμένους του. Το 1921 εγκατέλειψε την Τουρκία και εγκαταστάθηκε στη Μόσχα, θέλοντας να μελετήσει αναλυτικότερα την Οκτωβριανή Επανάσταση. Εκεί σπούδασε οικονομικές και πολιτικές επιστήμες, και επηρεάστηκε σημαντικά από το κίνημα του φουτουρισμού που εκπροσωπούσαν πολλοί, ανάμεσα στους οποίους και ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Μετά από πολλές περιπέτειες με την κυβέρνηση, διωγμούς και φυλακίσεις στην Προύσα, έχασε την τουρκική του ιθαγένεια (την οποία του απέδωσε μετά θάνατον το 2009 η κυβέρνηση Ερντογάν, 49 χρόνια αφότου του είχε αφαιρεθεί) και αυτοεξορίστηκε εκ νέου στη Μόσχα. Μια από τις δράσεις του αφορά στην ειρηνική συνύπαρξη Τουρκοκύπριων και Ελληνοκύπριων, οι οποίοι θεωρούσε ότι έπρεπε να αγωνιστούν από κοινού για να καταπολεμήσουν τη Βρετανική κατοχή στο νησί. Στις 3 Ιουνίου 1963 πέθανε στη Μόσχα από καρδιακή προσβολή, αφήνοντας πίσω του έργο πλούσιο, που μελοποιήθηκε και τραγουδήθηκε τόσο από Έλληνες και Τούρκους (Ζουλφί Λιβανελί, Γιάννης Ρίτσος, Μάνος Λοζος, Θάνος Μικρούτσικος) όσο και από καλλιτέχνες και συγκροτήματα παγκοσμίως (Joan Báez, The Byrds, Paul Robeson, The Fall κ.ά.).

 

Μικρόκοσμος

Και να, τι θέλω τώρα να σας πω
Μες στις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας,
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο.
Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο `κει που εβάδιζε.
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα.
Θα πείτε, τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόση δα μικρή.
Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα,
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω.
Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει,
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.

 

Η πιο όμορφη θάλασσα

Να γελάσεις απ’ τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε μες στο δικό μας κόσμο
Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα
Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ’ όλα,
δε στο `χω πει ακόμα
.

 

Λίγα γαρούφαλα

Λίγα γαρούφαλα απομένουνε στις γλάστρες
Στον κάμπο θα `χουν κιόλας οργώσει τη γης
Ρίχνουν το σπόρο
Έχουν μαζέψει τις ελιές
Όλα ετοιμάζονται για το χειμώνα
Κι εγώ γεμάτος απ’ την απουσία σου
Φορτωμένος με την ανυπομονησία των μεγάλων ταξιδιών
Περιμένω σαν αγκυροβολημένο φορτηγό
μέσα στην Προύσα

 

Χιροσίμα

Είμαι εφτά χρονών κορίτσι,
πέθανα στη Χιροσίμα
και χτυπάω πόρτα πόρτα
μια υπογραφή ζητώντας.
Βάλε την υπογραφή σου,
όχι άλλη Χιροσίμα,
για να μη πεθάνουν κι άλλα
κοριτσάκια σαν κι εμένα.

 

Για τη ζωή

Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε.  Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά.
Όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος.
Δίχως απ’ όξω ή από πέρα να προσμένει τίποτα.
Δε θα `χεις άλλο πάρεξ μοναχά να ζεις.
Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ’ έναν τοίχο
Με τα χέρια σου δεμένα
Ή μέσα στ’ αργαστήρι
Με λευκή μπλούζα και μαύρα ματογυάλια
Θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι,
Οι άνθρωποι που ποτέ δε θα `χεις δει το πρόσωπό τους
Και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
Πως τίποτα πιο ωραίο, τίποτα πιο αληθινό απ’ τη ζωή δεν είναι
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που θα φυτεύεις, σαν να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι, γιατί το θάνατο δε θα τονε πιστεύεις
Όσο κι αν φοβάσαι
Μα έτσι, γιατί η ζωή θε να βαραίνει πιότερο στη ζυγαριά.